Ας αντιμετωπίσουμε τώρα το βασικό μας πρόβλημα! με ποιον τρόπο ο Καραγκιόζης παύει προοδευτικά να αποτελεί μια ζωντανή ομαδική δημιουργία και παίρνει το δρόμο της παρακμής; Πρόβλημα, όπως διαπιστώνουμε, διόλου εύκολο.
Από αυτή την άποψη, το ζήτημα δεν είναι αν οι καραγκιοζοπαίχτες αλλοίωσαν μορφές που ο αισθητής θα προτιμούσε εύλογα να είχαν μείνει αμετάβλητες, αλλά αν έκαναν ότι μπορούσαν για να προσαρμόσουν την τέχνη τους στις νέες απαιτήσεις του κοινού, χωρίς να καταστρέψουν τα βασικά πλαίσια της ομαδικής δημιουργίας, δηλαδή της φυσιολογικής ανανέωσης της παράδοσης, αν έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για ν' αντιμετωπίσουν την αντίφαση ανάμεσα στη γοργή μεταβολή των ομαδικών γούστων και στην αναγκαία σταθερότητα των παραδοσιακών πλαισίων. Και η απάντηση είναι καταρχήν καταφατική: ναι, οι καραγκιοζοπαίχτες πέτυχαν χονδρικά να ανταποκριθούν στις επιταγές των θεατών τους και να προβάλουν στον μπερντέ καινούργιες όψεις της ελληνικής ζωής, χωρίς να προδώσοτν την παράδοση που κληρονόμησαν. Αυτό μας έδειξαν οι καινοτομίες του Μόλλα, Και το ίδιο θα μας έδειχναν ακόμα πιο πολύ τα παλαιά φυλλάδια των άλλων καραγκιοζοπαιχτών - που δεν μπορούμε δυστυχώς να παρουσιάσουμε εδώ.
Σε ανάλογα συμπεράσματα φτάνουν άλλωστε όσοι μελετούν τους σκηνικούς νεωτερισμούς του Καραγκιόζη. Π.χ. ενώ η εισαγωγή της προοπτικής συγκρούεται εδώ με την παλαιότερη σκηνογραφική αντίληψη - που ήταν συνεπέστερη όχι μόνο με τις δύο διαστάσεις του μπερντέ, αλλά και με τη λαϊκή εικονογραφική παράδοση στο σύνολό της -, η σύγκρουση αίρεται από τους καραγκιοζοπαίχτες μ' έναν ενδιαφέροντα τρόπο, που επισημαίνει ο Γιαγιάννος: το συνδυασμό μέσα στο ίδιο σκηνικό κάποιας προοπτικής βάθους και στοιχείων μιας αντίστροφης προοπτικής, που γεννά έτσι μια δισδιάστατη "πολυεδρικότητα" ή αν προτιμάμε, ένα είδος λαϊκού "κυβισμού". Παράλληλα, όπως προσέχει ο ίδιος μελετητής, ένα πλήθος από νεωτεριστικά σκηνικά τεχνάσματα δε σταματούν στη μίμηση του ζωντανού θεάτρου ή του κινηματογράφου, αλλά "είναι γεννήματα της ίδιας της δομής και της λειτουργίας του θεάτρου σκιών" - π.χ., όσα επιτρέπουν στον καραγκιοζοπαίχτη να βγάλει" καπνό από την καμινάδα ενός φούρνου, να αποδώσει ένα σεληνιακό ημίφως, να κάνει τη φιγούρα ενός κρεμασμένου να ταλαντεύεται κτλ. Και η άνεση με την οποία τόσοι καραγκιοζοπαίχτες - π.χ. ο γερό -Σπαθάρης, ο Βασίλαρος και η "σχολή" του κ.α. - εντάσσουν τις πιο "πρωτότυπες" ή προσωπικές φιγούρες τους στους παραδοσιακούς εικαστικούς και θεατρικούς κώδικες δεν είναι λιγότερο αξιοσημείωτη. Γιατί, καθώς γράφει ο Χατζηπανταζής, κι όταν ακόμα "η φαντασία του σχεδιαστή ξανοίγεται σε καλλιτεχνικές περιπέτειες, ο δημιουργός χρησιμοποιεί την ελευθερία του όχι για να ανατρέψει την παράδοση αλλά για να την προωθήσει και να την αναζωογονήσει". Αυτό δείχνουν πολλές μυθιστορηματικές ή ιστορικές φιγούρες, για τις οποίες η παραδοσιακή "πινακοθήκη" του μπερντέ δεν προσφέρει, καθώς είπαμε, κανένα ειδικό πρότυπο. Ενώ ο τρόπος που αποδίδονται στο πανί τα σύγχρονα μηχανήματα αποκαλύπτει ¨πόσο οργανική είναι η μετάβαση από τον αιώνα του ιππικού στον αιώνα τέχνης τα τανκς και τα αεροπλάνα στην παράδοση των καλλιλάρηδων της λαϊκής τέχνης, με πόση άνεση δρασκελίζει το χάσμα που θα περίμενε κανείς να συναντήσει ανάμεσα στον Αϊ-Γιώργη και στο σύγχρονο ραλίστα".
Διαπιστώνουμε, με άλλα λόγια, την ευλυγισία της λαϊκής θεατρικής παράδοσης - τη θετική της στάση απέναντι στο καινούργιο και την ικανότητα της να το απορροφά, να το χρησιμοποιεί και να το ερμηνεύει με τους δικούς της κανόνες. Κι αυτό ακριβώς μου φαίνεται το πιο αξιοπρόσεχτο: το γεγονός ότι, παρά τις απότομες κοινωνιολογικές αλλαγές που έμοιαζαν να καταδικάζουν σε μαρασμό τον ελληνικό Καραγκιόζη (καθώς και ολόκληρη την προφορική παράδοση του "αμόρφωτου" λαού), το θέατρο αυτό έδειξε, πριν από λίγες μόνο δεκαετίες, τόσο μεγάλη αντοχή και τόσο βαθιά αφομοιωτικότητα, μια τέτοια ευχέρεια να αντλεί νέους χυμούς από τα ετερόκλητα υλικά της αστικής ζωής, να υποτάσσει αυτά τα υλικά σ' ένα ενιαίο ύφος και να τα κωδικοποιεί σε καινούργιες μορφές της παράδοσης, ικανές να συγκινήσουν ένα πλατύ λαϊκό κοινό.
Ο Γιάννης Κιουρτσάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Ύστερα από μια σειρά μελέτες για τον Σεφέρη, τον Καραγκιόζη, την προφορική παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό, δούλεψε, μεταξύ 1995-2007, μια μυθιστορηματική και δοκιμιακή τριλογία με γενικό τίτλο "Το ίδιο και το άλλο" και με πειραματόζωο τον εαυτό του. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου και το 1996 με το Βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού "Διαβάζω".
About the author
Γεννημένη στο μικρό Μόντε Κάρλο της Ελλάδος (Καβάλα). Πιστεύω και μη, ότι έρχεται στο δρόμο μου το εξετάζω λεπτομερώς. Σκορπιός με ωροσκόπο Υδροχόο (άσχετο αλλά συγκεκριμένο) δεν πιστεύω στην τύχη.


